Πίσω στον δρόμο.

training

Ποδηλατική επιστροφή.

Ήταν 7 Οκτωβρίου του 2013 η τελευταία φορά που έβγαλα το Madone στο δρόμο. Εκείνη την ημέρα είχε ανάβαση Υμητού, κάτι που συνήθιζα να κάνω για ένα φεγγάρι πρωί-πρωί ακριβώς πριν την δουλειά. Το ευτυχέστερο γεγονός της μέχρι τώρα μου ζωής έφερε καινούργιες όμορφες συνήθειες και οι παλιές αγάπες μπήκαν για λίγο στον πάγο. Οι προπονήσεις διατηρήθηκαν εντός των τοιχών του σπιτιού και τον δρόμο τον έβλεπα ποδηλατικά μόνο στα πήγαινε έλα στην εργασία μου.

Το ποδήλατο δρόμου είχε γίνει ποδήλατο οικίας ενώ μετά από αρκετό καιρό αποφάσισα να βγω και με τη μία να φορτώσω τα πόδια μου με 200 χιλιόμετρα στο brevet Νεμέας. Λίγο όμως οι άσχημες καιρικές προβλέψεις και οι πολλές ώρες που θα έλειπα από το σπίτι μετέφεραν την ποδηλατική επάνοδο 2 εβδομάδες μετά σε μία από τις αγαπημένες μου διαδρομές εντός και λίγο εκτός Αττικής κυκλώνοντας την Πάρνηθα από Δυτικά προς Ανατολικά.

Η πρώτη δύσκολη ώρα.

Ξεκίνησα λίγο πριν τις 8.00 το πρωί με τα πρώτα μέτρα να με βρίσκουν εντελώς έξω από τα νερά μου. Το Madone αν και εξονυχιστικά καθαρισμένο, ήταν και εκείνο σα να ήθελε χρόνο να συνειδητοποιήσει τι άλλαξε όλο αυτό το διάστημα αποχής. Οι μονοτάχυτες συνήθειες έφεραν πονοκέφαλο στη πρώτη κατεβασιά του δίσκου με το συρματόσχοινο να αρνείται πεισματικά να ακολουθήσει την εντολή. Μία επίθεση σκυλιών και μία πολύ στενή επαφή, πέρασε τόσο απαρατήρητη λες και βρισκόμουν σε ένα παράλληλο σύμπαν σαν εξωτερικός παρατηρητής.

Βίωνα μία πρωτόγνωρη εμπειρία και στα πρώτα 500 μέτρα φυτίλιασε η σκέψη να γυρίσω αμέσως πίσω. Έκανα δεξιά, βγήκα από τον δρόμο και σταμάτησα για 2 λεπτά ανέκφραστος. Ασχολήθηκα λίγο με το απείθαρχο συρματόσχοινο και αποφάσισα να ανέβω τουλάχιστον τη Χασιά. Η καρδιά μου μπήκε στις σωστές σφίξεις και με καλό cadence προσπαθούσα να επιβληθώ στις επιθέσεις του μυαλού μου.

Ένα αλυσοδεμένο σκυλί που κάθε φορά που με βλέπει σεληνιάζεται, αυτή τη φορά με αφήνει στην ησυχία μου. Δεν ήθελα αντιπερισπασμούς και η συννεφιασμένη Βοιωτία στο βαθος καθώς σήκωνα το κεφάλι μου ήταν η οπτική ασπίδα που επιζητούσε το σώμα στην επέλαση των αρνητικών σκέψεων. Πατάω lap στον τερματισμό της ΠΕΠΑ και συνεχίζω για τη μεγάλη κατηφόρα, ήδη αισθάνομαι καλύτερα.

Η διαφορετική συνέχεια.

Ο αέρας βορειοδυτικός και το garmin μου έχει ξεπεράσει τα 30 χιλιόμετρα, ξέρω πώς όταν στρίψω για τα Σκούρτα το χέρι του θεού Αίολου θα με σπρώχνει για κάμποσα χιλιόμετρα. Η ψυχολογία μου είναι μόνιμα ανοδική και αρχίζω και παρατηρώ πλέον το περιβάλλον. Τα χωριά ξυπνάνε, ένα σκυλί τρέχει χωρίς σκοπό, μία νοικοκυρά απλώνει τα ρούχα με τη κόρη της, ένας αγρότης αγοράζει τσιγάρα, φαντάροι στα τεθωρακισμένα έχουν βγει για πρωϊνή άσκηση.

Είμαι στο 60 πλέον και απολαμβάνω έναν γρήγορο διπλό espresso στον Αυλώνα. Πλέον σκέφτομαι μόνο προπονητικά και αντιλαμβάνομαι πόσο μου έχει λείψει το έξω. Καβαλάω και ξεκινάω τις ασκήσεις για τα επόμενα χιλιόμετρα μέχρι και την είσοδο στην ανηφόρα του Αγίου Μερκουρίου. Είμαι πλέον εντελώς καλά, η καρδιά εργάζεται σαν καλορυθμισμένο μοτέρ και τα πόδια ανταποκρίνονται, αν και η έλλειψη γυμναστηρίου για τα δικά μου πατήματα είναι εμφανής.

Lap στον Μερκούρη και μία ανάβαση tempo σε 26 λεπτά. Η σκέψη μου εστίασε στο ζεστό σπίτι μου και τα χιλιόμετρα μέτραγαν ανάποδα. Το Κατσιμίδι άδειο και ο αέρας που με έσπρωχνε τώρα υψωνόταν σαν τοίχος στις μεγάλες ευθείες στο Τατόϊ. Το χαμόγελο όμως δεν έφευγε.

Ολοκλήρωσα την βόλτα με 100+ χιλιόμετρα σε λίγο περισσότερο από 4 ώρες ενώ ο στόχος των 25km/h επισφράγισε την προσπάθεια μου. Η ποδηλατική πρώτη μετά από καιρό με ζόρισε, με ταλαιπώρησε, με σύγχισε, δε με νίκησε και στο τέλος με χτύπησε φιλικά στη πλάτη.